Searching...
30 May 2010

Εικόνες απ' τα Κατεχόμενα: Ζενίν

   Καλοκαίρι πια. Στη Γαλιλαία τα καλοκαίρια είναι δροσερά. Τα πυκνόφυτα δάση και ο δροσάτος αέρας που κατεβαίνει απ' τα υψίπεδα του Γκολάν δίνουν μια φρεσκάδα στην ατμόσφαιρα. Ο βορράς του Ισραήλ δεν έχει καμία σχέση με το νότο. Σα να βρίσκεσαι σε άλλη χώρα. Περνώντας κανείς από τις πρασινάδες του Ιορδάνη και της θάλασσας της Γαλιλαίας στις άσπρες, κατάξερες πέτρες της Νεκράς Θάλασσας νιώθει περίπου σα να διακτινίστηκε απ' την Ευρώπη στην έρημο της Αραβίας.
   Ξεκινήσαμε ανάλαφροι για τη Ζενίν. Συνηθίζαμε τότε να περνάμε συχνά στην περιοχή των κατεχόμενων της Παλαιστίνης, κυρίως για ψώνια.    Η Ζενίν ήταν σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από τη Χεβρώνα. Οι συνοικίες πιο περιποιημένες. Πιο καθαρές. Παρόλη την έκδηλη φτώχια η πόλη κρατούσε μιαν υποτυπώδη αξιοπρέπεια που την εμπόδιζε να περάσει τα όρια της εξαθλίωσης. Η γη εδώ ήταν πιο γόνιμη, προφανές πως με λίγη φροντίδα θα μπορούσε να καρπίσει. Τα μαγαζιά πιο φροντισμένα και γεμάτα, οι δρόμοι ομαλότεροι, τα σπίτια πιο περιποιημένα. Κι οι άνθρωποι εδώ μου φανήκανε αλλιώτικοι. Όχι στο σουλούπι τους, παλαιστίνιοι ήταν κι αυτοί, ίδια φυλή. Μα κάτι στο πρόσωπό τους φάνταζε πιο περήφανο και χαμογελαστό.
   Οι φαντάροι παρόντες. Πανταχού. Με το όπλο υπό μάλης να διασχίζουν με βήμα βαρύ τους δρόμους, με το ίδιο φαιδρό ύφος και την ίδια υποψία φόβου να αχνοφέγγει στα μάτια τους. Αναρωτήθηκα πόσοι απ’ αυτούς στ’ αλήθεια ήταν ικανοποιημένοι μ’ αυτόν τον ατελεύτητο –κι ατελέσφορο ίσως- πόλεμο…
   Οι ταμπέλες στο εξωτερικό των καταστημάτων μου τράβηξαν κι εδώ την προσοχή. Ήταν κι αυτές γραμμένες στην τοπική γλώσσα. Κόκκινες, μαύρες, γαλάζιες, όλες πυκνογραμμένες κι επιβλητικές πάνω απ’ τις μεταλλικές εξώπορτες. Χαμογέλασα καθώς θυμήθηκα πως σε μια παλιά ταινία ο Κωνσταντάρας είχε παρομοιάσει τα αραβικά γράμματα με απλωμένο τραχανά. Όσο βέβαια κοιτούσα τη γραφή που απλωνόταν απ’ τα δεξιά προς τ’ αριστερά, με τις μικρές κατακόρυφες γραμμούλες, τους κυματοειδείς χαρακτήρες και τις τελείες, τόσο λιγότερο μου θύμιζαν τραχανά. Ορισμένες ταμπέλες ήταν περίτεχνες με τα γράμματα να μπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο φτιάχνοντας ένα πολύπλοκο σχέδιο που έμοιαζε περισσότερο με δαιδαλώδη καλλιτεχνικό γρίφο παρά με γραφή.
   «Πώς βγάζετε άκρη μ’ αυτά εδώ;» ρώτησα τον Α. που είχε ήδη παρατηρήσει το ενδιαφέρον μου για τις ταμπέλες.
   «Όλα είναι θέμα συνήθειας αγάπη μου, ή σχεδόν όλα. Δεν το έχεις καταλάβει ακόμη;»
   «Χμ… υποθέτω πως ναι. Όμως μου φαίνονται πολύ περίπλοκα…»
   «Δεν είναι, πίστεψέ με. Το αλφάβητό μας αποτελείται από 36 γράμματα. Βέβαια τα πράγματα περιπλέκονται λίγο καθώς κάθε γράμμα γράφεται αλλιώς στην αρχή, αλλιώς στη μέση κι αλλιώς στο τέλος της λέξης. Κάτι παραπάνω θα μου πεις μα κι έτσι ακόμη δεν είναι και τόσο φοβερό να τα αποστηθίσει κανείς…»
   Αποφάσισα πως ήθελα να μάθω αραβικά. Του το είπα κι εκείνος χαμογέλασε στωικά.
   «Για πόσον καιρό;»
   «Τι εννοείς για πόσον καιρό;» έσμιξα τα φρύδια δήθεν θιγμένη.
   «Εννοώ για πόσον καιρό θα κρατήσει η επιθυμία σου…»
   «Υποθέτω αρκετό για να μπορώ να συνεννοούμαι!»
   «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος…»
   Καλώς. Καθότι η φυσική μου κλίση στις ανολοκλήρωτες προσπάθειες οδηγούσε σε άλλου είδους συμπεράσματα…
   Το αυτοκίνητο έστριψε ξαφνικά. Ο Α. κοντοστάθηκε λίγο, έψαξε με το βλέμμα του τριγύρω και στο τέλος κατευθύνθηκε σε ένα σκιερό σημείο και παρκάρισε το αυτοκίνητο.
   «Φτάσαμε;» ρώτησα.
   «Σχεδόν» έκανε. «Έχουμε ακόμη πέντε λεπτά πεζοπορίας…»
   Κατεβήκαμε μουδιασμένοι. Κούνησα τα μέλη μου νιώθοντας το αίμα να ρέει ζεστό μέσα τους.  Βαδίζοντας άρχισα να περιεργάζομαι τα πρόσωπα των ανθρώπων. Παράξενοι μου φάνηκαν. Συνηθισμένοι σα να ‘τανε στο θάνατο. Αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, πονούσαν, έκλαιγαν, ορκίζονταν εκδίκηση κι έβρισκαν γοργά το κουράγιο τους να ξαναχαμογελάσουν και να συνεχίσουν την πορεία τους. Δε γινόταν αλλιώς. Αν άφηναν τον πόνο να τους πάρει από κάτω θα έχαναν το παιγνίδι τελειωτικά. Μα όχι, δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτό. Κάτι άλλο, κάτι δυνατότερο τους έδινε δύναμη, μια πίστη ακλόνητη, μια ελπίδα που δεν την γνώριζα ακόμη μα που πολύ σύντομα θα παρουσιαζόταν ολοκάθαρη μπροστά μου. Όχι, δε γινόταν αλλιώς.
   Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα δύο βασικά πράγματα για κείνους. Πρώτα απ’ όλα πως είχαν μεγάλη αντοχή στον πόνο πράγμα που τους έδινε μια αξιοθαύμαστη ικανότητα επιβίωσης. Μπορεί διότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Μπορεί κι ο πόνος ακόμη να συνηθίζεται με την ακατάπαυστη επανάληψη ή να αποκτάει ο άνθρωπος ένα είδος ανοσίας που τον προστατεύει. Και δεύτερον πως το μίσος για τους Εβραίους έκαιγε άσβηστο στις καρδιές τους. Είχαν μεγαλώσει έτσι κι αυτό δεν ήταν δική τους επιλογή. Μπορούσαν άραγε να κάνουν διαφορετικά; Και τα παιδιά ακόμη ήταν φορές που ‘νιωθαν να κατακλύζονται απ’ το μίσος. Άνθρωποι χωρίς πατρίδα που ζούσαν σε μια υπό κατοχή γη με τους ισραηλινούς φαντάρους να περιπολούν οπλισμένοι, που έβλεπαν τον τόπο τους κάθε τόσο να παίρνει φωτιά, τα τανκς να πυροβολούν, τις μπουλντόζες να γκρεμίζουν, τα παιδιά τους να πέφτουν νεκρά από εχθρικά πυρά ή ν’ ανατινάζονται ζωσμένα μπαρούτι και καρφιά στο εχθρικό στρατόπεδο, στη γη της επαγγελίας… Άνθρωποι που κοντολογίς δεν είχαν συχνά τίποτα να χάσουν πέρα απ’ την ψυχή και τη ζωή τους. Άνθρωποι που δε δίσταζαν να τα παραχωρήσουν κι αυτά ακόμη στις επάλξεις του αγώνα της πατρίδας τους και που γίνονταν εύκολα θύματα του φανατισμού εξτρεμιστικών στοιχείων. Άνθρωποι που μεγαλωμένοι στις απάνθρωπες συνθήκες της κατοχής έπρεπε να πασχίσουν πολύ για να μη χάσουν την ανθρωπιά τους…
   Καθώς βάδιζα στο δρόμο ένιωθα τη ζέστη απ’ την πυρωμένη άσφαλτο να μου καίει τα πόδια. Η θερμοκρασία θα πρέπει να ζύγωνε τους σαράντα βαθμούς – αν δεν τους είχε κιόλας ξεπεράσει. Οι πάγκοι στα μαγαζιά που πουλούσαν φρούτα και λαχανικά ήταν σκεπασμένοι με πρόχειρες, μουσαμαδένιες τέντες που τα προστάτευαν απ’ το δυνατό ήλιο. Πάνω στα τρόφιμα συνωστίζονταν σμάρια οι μύγες παλεύοντας σύνωρα να τα γευτούν και να αποφύγουν τα μεγάλα χαρτόνια με τα οποία προσπαθούσαν οι έμποροι να τις διώξουν. Σε μια γωνιά ένας ξερακιανός άντρας είχε στήσει τον πάγκο του πουλώντας δροσερό χυμό καρότου. Από ένα μαγαζί παραπέρα αναδυόταν η μυρωδιά του ψημένου ψωμιού. Σ’ ένα ξύλινο πάγκο στο εξωτερικό του ήταν απλωμένες κάμποσες αραβικές πίτες ροδοψημένες, ζεστές ακόμη απ’ τον μαντεμένιο φούρνο. Πιο κει ένα μικρό εστιατόριο σερβίριζε τις σπεσιαλιτέ του. Σαουάρμα γαρνιρισμένη με σάλτσα μάνγκο – άμπα είχα ακούσει να την λένε – και μικρά κομμάτια τουρσί και φρεσκοτηγανισμένο φελάφιλ, πασπαλισμένο με μπόλικο ψιλοκομμένο μαϊντανό, σερβιρισμένα με λεπτές φέτες ντομάτας και αγγουριού. Σε μια μικρή βιτρινούλα, μπροστά ακριβώς απ’ το σημείο που ψηνόταν ο αρνίσιος γύρος, ήταν αραδιασμένα κάμποσα μικρά πιατάκια με μεζέδες: πράσινες ελιές με φέτες λεμονιού και σκόρδου, χούμους γαρνιρισμένο με μαϊντανό, φούλια με αλατοπίπερο και μπόλικο ελαιόλαδο, αγγουράκι και μελιτζανάκι τουρσί. Κι ακριβώς από πάνω, τοποθετημένα στη σειρά, μικρά κουτάκια με μπαχαρικά. Αλατι, μαύρο και πράσινο πιπέρι, πάπρικα, ψιλοκοπανισμένο τσίλι, σαφράν, κύμινο, μοσχοκάρυδο, κανέλα, μπαχάρι κι άλλα πολλά που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω και δίπλα ακριβώς τρία γυάλινα βάζα με σάλτσες: άμπα, ταχίνι και καυτερή πιπεριά.
   Μόλις τελειώσαμε με τα ψώνια της οικογένειας και αφού είχα κουραστεί ν’ ανταποδίδω τα χαμόγελα και τις τσιριμόνιες των εμπόρων – σ’ όλο τον κόσμο ίδιοι είναι νομίζω – ξεκινήσαμε για το μαγαζί με τα χρώματα. Ζωγράφιζα την εποχή εκείνη θάλασσες. Η απόσταση απ' το σπίτι μας ως την κοντινότερη παραλία ήταν κάμποσα χιλιόμετρα και πραγματικά προσπαθούσα πολύ να συνηθίσω στην έλλειψη της θέας του γαλάζιου.
  Χρειάστηκε να μυρίσω κάμποσα μπουκαλάκια για να καταλήξω σ’ αυτό που κατά τη γνώμη μου περιείχε νέφτι. Πλήρωσα ζαλισμένη, με το κεφάλι να γυρίζει απ’ τις έντονες οσμές, και κατευθύνθηκα παραπατώντας προς την έξοδο. Ένιωσα πως θα κάνω εμετό όταν βρέθηκα κάτω απ’ τις δυνατές αχτίδες του ήλιου και πιάστηκα σφιχτά από το μπράτσο του καλού μου. Ήταν επόμενο να μην πάρω είδηση τους ανθρώπους που είχαν αρχίσει να τρέχουν για να κρυφτούν. Ο Α. άρχισε να με τραβάει όμως επέμενα να στέκομαι αποχαυνωμένη στη μέση του δρόμου. Στο τέλος κατάφερε να με σύρει μαζί με τους άλλους σ’ ένα στενό κάθετο με το δρόμο. Κάπου στ’ αριστερά μου άκουσα φασαρία από ποδοβολητά, φωνές ανθρώπων και κάτι άλλο που δεν μπόρεσα να το προσδιορίσω. Αντίκρισα δυο ανθρώπους να τρέχουν περίτρομοι, με τα ρούχα τους σχισμένα και καταματωμένα και ξωπίσω τους ένα πλήθος να φωνάζει αλλόφρον και να τους εκσφενδονίζει πέτρες, ξύλα και ό,τι άλλο βρισκόταν στο δρόμο του.
   Έβαλα τα χέρια στ' αφτιά και γύρισα απ' την άλλη μεριά. Δεν άντεχα το θέαμα. Πέρασαν κάμποσες στιγμές που μου έμοιασαν αιώνας. Ο Α. μου εξήγησε ότι οι δύο άντρες που κυνηγούσαν το πλήθος ήταν συνεργάτες των ισραηλινών. Υπήρχαν βάσιμες υποψίες γι’ αυτό όμως την ίδια μέρα τους είχαν δει να κατεβαίνουν από ένα αυτοκίνητο με ισραηλινές πινακίδες και στρατιωτικά διακριτικά.
   Φύγαμε άρον άρον για το σπίτι. Η ατμόσφαιρα μύριζε επικίνδυνα μπαρούτι! Εκεί μάθαμε τη συνέχεια απ' τις ειδήσεις. Χαμός γινόταν. Στα καλά καθούμενα. Όπως πάντα. Εκεί που όλα ήταν ήρεμα κι έλεγες πως η ζωή θα πάρει τ’ απάνω της, εκεί συνέβαινε ένα γεγονός, ασήμαντο συχνά, σάμπως μια μικρή σπίθα στο ξερό άχυρο, κι άναβε η φωτιά κι αρχίζαν τα επεισόδια, με τους άντρες να διαδηλώνουν αλλόφρονες στους δρόμους φωνάζοντας, πετώντας πέτρες ή κραδαίνοντας όπλα, ορκιζόμενοι στον Αλλάχ τη συνέχιση του αγώνα και τις γυναίκες στα μετόπισθεν, στο σπίτι τις περισσότερες φορές, να περιμένουν με αγωνία και να προσεύχονται σ’ αυτόν τον ίδιο θεό να φυλάει τους συντρόφους και τα παιδιά τους. Οι δύο άντρες – συνεργάτες των ισραηλινών, γεγονός εξακριβωμένο – δεν είχαν γλιτώσει το λιντσάρισμα. Ετοιμοθάνατους τους απέσπασαν απ’ τα χέρια του όχλου οι αστυνομικοί και τους στείλανε στο νοσοκομείο. Μα οι άνθρωποι δεν ησύχασαν. Αγνόησαν τις προειδοποιήσεις του στρατού κατοχής και βάλθηκαν να πετροβολούν τα άρματα μάχης. Ακούστηκαν και πυροβολισμοί. Οι αντίπαλοι άνοιξαν πυρ εναντίον του εξαγριωμένου πλήθους. Ένα αγόρι δεκατριών ετών είχε χτυπηθεί πολύ άσχημα και διακομίστηκε στο νοσοκομείο. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση αλλά είχε ήδη χάσει πολύ αίμα. Χαροπάλευε λέγαν. Κι οι ελπίδες για τη σωτηρία του αμυδρές κι αποθεμένες για άλλη μια φορά στον Μέγιστο Αλλάχ…
   Αν φοβόμουν; Όχι! Περισσότερο ήμουν θυμωνένη. Εξάλλου στις βόρειες περιοχές του Ισραήλ τα πράγματα ήταν συνήθως ήρεμα. Μπορεί να 'ταν η μυρωδιά των πεύκων κι η απαλή αύρα της κοιλάδας που ηρεμούσε τα μυαλά. Το λιοπύρι -όσο να πεις- το ζαλίζει το κεφάλι. Κάνει τα αίματα να βράζουν πιο εύκολα. Μειώνει τις αντοχές και μπορεί το θυμό να τον κάνει οργή. Όχι, δε φοβόμουν, λυπόμουν μονάχα το δεκατριάχρονο αγόρι της Παλαιστίνης που τελικά ησύχασε στην αγκαλιά του Προφήτη...

Share This To :

0 σχόλια:

Post a Comment

 
Back to top!