Searching...
20 April 2011

Όταν η επιστήμη συναντάει την Τέχνη ή αντίστροφα: «Io, Leonardo»

Kαι καθώς το χρονοσκάφος της Αλίκης κάνει τις απαραίτητες εργασίες συντήρησης για να συνεχίσει το ταξίδι του, σκέφτηκα να κάνω ένα άλλο, ιδιαίτερο ταξίδι, στο κομβικό εκείνο σημείο, που δύο φαινομενικά ασύμβατα αντικείμενα, η επιστήμη και η τέχνη, μοιάζουν να συναντώνται.

Είναι φορές που μοιάζει εξαιρετικά περίεργο, ένας άνθρωπος που ασχολείται με μια επιστήμη, π.χ. τη φυσική ή τα μαθηματικά, ταυτόχρονα να διαπρέπει σε ασχολίες καλλιτεχνικής φύσεως. Αν όμως το σκεφτούμε καλύτερα, θα δούμε ότι η επιστήμη δεν είναι τόσο ασύμβατη με την τέχνη, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται.
Όμως, τι είναι εκείνο που κάνει τον θεωρητικό επιστήμονα να αναζητά την επιστημονική αλήθεια; Μα ουσιαστικά η επιθυμία που ξεπηδάει από μέσα του για γνώση του κόσμου. Μια βαθειά, εσωτερική ανάγκη για την εξερεύνηση του σύμπαντος. Ένα πάθος (ναι, για τέτοιο πρόκειται) όμοιο μ’ εκείνο των ανθρώπων που οργάνωναν αποστολές για να εξερευνήσουν τον πλανήτη Γη.
Και τι είναι αυτό που ωθεί τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει; Μα τίποτε λιγότερο από μια έντονη ανάγκη να αποτυπώσει τους παλμούς της ψυχής του στα έργα του. Ένας τρόπος να εκφράσει όσα ο γραπτός και προφορικός λόγος δεν μπορούν να αποδώσουν.
Είναι πιστεύω στους περισσότερους αντιληπτό ότι εκείνο που καθορίζει έναν επιστήμονα είναι το μυαλό του. Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να συντονίζει τις προσλαμβάνουσές του, ώστε να βλέπει σε βάθος το αντικείμενο της παρατήρησής του, να αξιολογεί και να ταξινομεί τις παρατηρήσεις του και να συνθέτει τη γνώση πάνω σε προϋπάρχουσες γνωστικές δομές και κυρίως να διαχωρίζει την αντικειμενική από την υποκειμενική πραγματικότητα.

Από την άλλη μεριά, δεν είναι ίσως τόσο σαφές πως και στην περίπτωση ενός καλλιτέχνη, το καθοριστικό στοιχείο, το «ταλέντο» του δηλαδή, δε βρίσκεται στο χέρι που δημιουργεί αλλά στο μυαλό που κατευθύνει αυτό το χέρι. Στην ικανότητα του ανθρώπου να «βλέπει» αυτό που παρατηρεί, να αναγνωρίζει τη σημαντικότητα όλων των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν μια εικόνα και να δίνει μορφή στο εσωτερικό σύμπλεγμα των σκέψεών του. O αληθινός καλλιτέχνης ξέρει να παρατηρεί τον κόσμο, ν’ αφουγκράζεται τις ανεπαίσθητες αλλαγές στην υφή των επιφανειών και την εις βάθος αλήθεια που καλύπτουν. Να φιλτράρει τις εικόνες του απογυμνώνοντάς τις απ’ το προστατευτικό τους επικάλυμμα και να αναδεικνύει την ουσία τους.

Κι οι δυο λοιπόν, πρέπει να είναι καλοί παρατηρητές.

·      Σαν επιστήμονας, ερευνώ και οικοδομώ την αντικειμενική αλήθεια του κόσμου.

·      Σαν καλλιτέχνης, εξερευνώ και αποτυπώνω αυτή την αλήθεια, όπως τη βλέπει η «ψυχή» μου.

Δυο διαφορετικές όψεις μιας διεργασίας που έχει την ίδια βάση: τον άνθρωπο. Και που θα πρέπει βέβαια να τους αναγνωρίσουμε και μια ζωτικής σημασίας διαφορά. Στον καλλιτέχνη ο υποκειμενισμός είναι επιβεβλημένος, στον επιστήμονα καταστροφικός.

Ας ταξιδέψουμε λοιπόν. Πίσω, στα τέλη του 15ου – αρχές 16ου αι., στην εποχή εκείνη που έζησε ο πιο διάσημος –ίσως– άνθρωπος, που έγινε γνωστός για τη διττή του ιδιότητα του μέγα καλλιτέχνη και του εμπνευσμένου εφευρέτη.
To ταξίδι θα λάβει χώρα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του E. H. Gomprich «The Story of Art», 16th Edition, Phaidon Press, London 1995.

«Ο Leonardo da Vinci (1452-1519), ο αρχαιότερος από τους ξακουστούς καλλιτέχνες της Αναγέννησης, γεννήθηκε σε ένα χωριό της Τοσκάνης. Μαθήτεψε σε ένα από τα κυριότερα εργαστήρια της Φλωρεντίας, το εργαστήρι του Andrea del Verrocchio (1435-1488), που ήταν ζωγράφος και γλύπτης.

Σε ένα εργαστήρι που έβγαζε μεγάλα αριστουργήματα, ο νεαρός Λεονάρντο μπόρεσε αναμφίβολα να μάθει πολλά πράγματα. Μυήθηκε στα τεχνικά μυστικά του χυτηρίου και της επεξεργασίας του μετάλλου, έμαθε να προετοιμάζει προσεκτικά πίνακες και γλυπτά, ξεκινώντας από σπουδές με μοντέλα, γυμνά ή ντυμένα. Έμαθε να μελετά φυτά και περίεργα ζώα για να τα εντάξει στους πίνακές του, και θα πρέπει να του δίδαξαν καλά τις αρχές τις προοπτικής και τη χρήση του χρώματος. Στην περίπτωση άλλων προικισμένων νέων, η εκπαίδευση αυτή θα ήταν αρκετή για να γίνουν αξιοσέβαστοι καλλιτέχνες. Πολλοί καλοί ζωγράφοι βγήκαν πράγματι από το εργαστήρι του Βερρόκκιο.

Ο Λεονάρντο όμως ήταν κάτι περισσότερο από ένα προικισμένο παιδί. Ήταν μια μεγαλοφυΐα, που η διανοητική της δύναμη θα παραμείνει πάντα αντικείμενο απορίας και θαυμασμού για τον κοινό θνητό.
Έχουμε μαρτυρίες για το εύρος και τη δημιουργικότητα του μυαλού του Λεονάρντο, επειδή οι μαθητές και οι θαυμαστές του διαφύλαξαν με προσοχή τα σχέδια και τα σημειωματάριά του, χιλιάδες σελίδες, γεμάτες κείμενα και σχεδιάσματα, αποσπάσματα από βιβλία που διάβαζε και σημειώσεις για βιβλία που λογάριαζε να γράψει. Όσο περισσότερο μελετάμε αυτά τα χειρόγραφα, τόσο λιγότερο καταλαβαίνουμε πώς μπορούσε ο ίδιος άνθρωπος να έχει τέτοια επίδοση σε όλους αυτούς τους διαφορετικούς τομείς της έρευνας και να συνεισφέρει σημαντικά σχεδόν σε όλους.
Ίσως ένας από τους λόγους ήταν πως ο Λεονάρντο ήταν Φλωρεντινός καλλιτέχνης και όχι λόγιος. Πίστευε πως το έργο του καλλιτέχνη ήταν να εξερευνήσει τον ορατό κόσμο, όπως είχαν κάνει οι προηγούμενοι, αλλά πληρέστερα και με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα και ακρίβεια. Η γνώση των λογίων, αντλημένη από βιβλία, δεν τον ενδιέφερε. Ο Λεονάρντο, όπως κι ο Σαίξπηρ, ήξερε ίσως «λίγα λατινικά κι ακόμη λιγότερα ελληνικά». Την εποχή που οι σοφοί, στα πανεπιστήμια, βασίζονταν στο κύρος των αρχαίων συγγραφέων, ο ζωγράφος Λεονάρντο δε θα παραδεχόταν ποτέ ό,τι διάβαζε χωρίς να το ελέγξει με τα ίδια του τα μάτια. Κάθε φορά που αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα, αντί να ανατρέξει στις αυθεντίες, προσπαθούσε να το λύσει με πειράματα. Δεν υπήρχε τίποτα στη φύση που να μην αποτελούσε ερέθισμα για την περιέργειά του και πρόκληση για την ευφυΐα του.

Ερεύνησε τα μυστικά του ανθρώπινου σώματος ανατέμνοντας περισσότερα από τριάντα πτώματα. Υπήρξε από τους πρώτους που προσπάθησαν να εξιχνιάσουν το μυστήριο της ανάπτυξης του εμβρύου μέσα στη μήτρα. Μελέτησε τους νόμους που διέπουν τα θαλάσσια ρεύματα και τα κύματα. Παρατηρούσε και ανέλυε, χρόνια ολόκληρα, το πέταγμα των εντόμων και των πουλιών, πράγμα που τον βοήθησε να εφεύρει μια ιπτάμενη μηχανή για την οποία ήταν βέβαιος πως μια μέρα θα γινόταν πραγματικότητα. Το σχήμα που έχουν οι βράχοι και τα σύννεφα, η επίδραση της ατμόσφαιρας στο χρώμα μακρινών αντικειμένων, οι νόμοι που διέπουν την ανάπτυξη των δέντρων και των φυτών, η αρμονία των ήχων, όλα αυτά υπήρξαν στόχος μιας ακατάπαυστης έρευνας, που έμελλε να γίνει το θεμέλιο της τέχνης του.

Οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν άνθρωπο παράξενο, αλλόκοτο. Ηγεμόνες και στρατηγοί 
ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τον καταπληκτικό αυτόν μάγο ως μηχανικό για να χτίσουν οχυρώματα και ν’ ανοίξουν διώρυγες, για να εφεύρει νέα όπλα και νέα πολεμικά μέσα. Σε καιρό ειρήνης τους διασκέδαζε επινοώντας μηχανικά παιχνίδια ή διάφορες τεχνικές λύσεις για θεατρικές παραστάσεις και δημόσια θεάματα. Τον θαύμαζαν ως μεγάλο καλλιτέχνη και ήταν περιζήτητος ως έξοχος μουσικός, λίγοι όμως σύγχρονοί του θα υποψιάστηκαν τη σημασία των ιδεών του ή το εύρος των γνώσεών του. Ο λόγος είναι ότι ο Λεονάρντο δε δημοσίευσε ποτέ τα κείμενά του και ότι πολύ λίγοι τον καιρό εκείνο θα ήξεραν έστω και την ύπαρξή τους

Ήταν αριστερόχειρας και άρχιζε το γράψιμο από δεξιά προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα οι σημειώσει του να διαβάζονται μόνο μέσα από καθρέπτη. Πιθανόν να φοβόταν ν’ αποκαλύψει τις εφευρέσεις του, από φόβο μήπως θεωρηθούν οι ιδέες του αιρετικές

Στα κείμενά του βρίσκουμε τη φράση «Ο ήλιος δεν κινείται», που σημαίνει ότι ο Λεονάρντο είχε προβλέψει τις θεωρίες του Κοπέρνικου που, αργότερα, προκάλεσαν τη δίωξη του Γαλιλαίου
Μπορεί όμως να καταπιανόταν με τις έρευνες και τα πειράματά του μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει την ακόρεστη περιέργειά του, γιατί υπήρχαν πολλά άλλα μυστήρια που έμενε να εξιχνιαστούν.


Είναι προπάντων ενδεχόμενο να μην είχε τη φιλοδοξία να τον θεωρούν επιστήμονα. Η εξερεύνηση της φύσης του παρείχε κυρίως τη γνώση του ορατού κόσμου που χρειαζόταν για την τέχνη του. Πίστευε πως, αν την τοποθετούσε σε επιστημονική βάση, θα μεταμόρφωνε την αγαπημένη του ζωγραφική από ταπεινή χειροτεχνία σε αξιοσέβαστη και ευγενική επιδίωξη. Δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε σήμερα γιατί απασχολούσε τόσο τον Λεονάρντο η κοινωνική θέση του καλλιτέχνη.

Ο Αριστοτέλης είχε κωδικοποιήσει την υπεροψία της κλασσικής αρχαιότητας, διακρίνοντας τις τέχνες εκείνες που συμβάδιζαν με τη «φιλελεύθερη παιδεία» (τις αποκαλούμενες «ελευθέριες τέχνες», δηλαδή τη γραμματική, τη Λογική, τη Ρητορική και τη Γεωμετρία) από εκείνες που απαιτούσαν χειρωνακτική εργασία και θεωρούνταν ταπεινές και ανάξιες για ελεύθερο πολίτη. Άνθρωποι σαν τον Λεονάρντο φιλοδοξούσαν ν’ αποδείξουν πως η ζωγραφική ήταν τέχνη ελευθέρια και πως η χειρωνακτική εργασία την οποία απαιτούσε δεν ήταν περισσότερη από όση χρειαζόταν για να γραφτεί ένα ποίημα

Η άποψη αυτή είναι πιθανό να επηρέασε τη σχέση του Λεονάρντο με τους πελάτες του. Δεν του άρεσε ίσως να τον αντιμετωπίζουν σαν προμηθευτή στον οποίο ο καθένας μπορούσε να παραγγείλει όποιου είδους πίνακα ήθελε. Ξέρουμε πάντως ότι συχνά ο Λεονάρντο δεν ήταν συνεπής με τις παραγγελίες του. Άρχιζε κάποιο έργο και το άφηνε ατέλειωτο, παρά τις επίμονες παρακλήσεις του πελάτη του. Δεν αναγνώριζε παρά μόνο στον εαυτό του το δικαίωμα να κρίνει αν ένας πίνακας ήταν τελειωμένος ή όχι, και γι’ αυτό αρνιόταν να τον παραδώσει, αν δεν ήταν ο ίδιος ικανοποιημένος. Δεν είναι λοιπόν παράξενο πως ελάχιστα έργα του Λεονάρντο ολοκληρώθηκαν, και πως οι σύγχρονοί του θλίβονταν για τον τρόπο με τον οποίο αυτή η μοναδική μεγαλοφυΐα φαινόταν να σπαταλά το χρόνο της, ταξιδεύοντας αδιάκοπα από τη Φλωρεντία στο Μιλάνο και από το Μιλάνο στη Φλωρεντία, υπηρετώντας τον διαβόητο τυχοδιώκτη Καίσαρα Βοργία, μένοντας έπειτα για ένα διάστημα στη Ρώμη και καταλήγοντας στην αυλή του Φραγκίσκου Α' της Γαλλίας, όπου πέθανε το 1519. Μπορούμε να πούμε πως ήταν ένας άνθρωπος που πιο πολύ τον θαύμαζαν παρά τον καταλάβαιναν.

Oι σπουδές και οι ζωγραφικοί πίνακες ανάρτησης, είναι έργα του Leonardo da Vinci.
Υπέγραφε πάντα τους πίνακές του ως «Io, Leonardo» ή απλά «Leonardo»
Στην επόμενη ανάρτηση: Τα αριστουργήματα του da Vinci.
Share This To :

0 σχόλια:

Post a Comment

 
Back to top!