Searching...
02 March 2012

Στον Συνοικισμό...


    Κάθισα σήμερα κάμποση ώρα στα σκαλάκια του Συνοικισμού, εκείνα που βρίσκονται στην προέκταση του μονοπατιού που κατεβαίνει απ' το βουνό και βγάζουν ίσα στη θάλασσα. Τα παιδιά παίζανε τη μικρή Ελένη που κάθεται και κλαίει κι εγώ με την Μ. καθίσαμε φαρδιά πλατιά σε ένα φρεσκοασβεστωμένο σκαλί. Περί ανέμων -ο λόγος- και υδάτων. Βολεύτηκα στο τσιμέντο όσο καλύτερα μπορούσα με τη ματιά να βουλιάζει στον ορίζοντα, πίσω απ' τα αλμυρίκια. Τα παιδιά βαρέθηκαν τη μικρή Ελένη και βάλθηκαν να κάνουν ποδήλατο κι έπειτα να παίζουν με μια κακομοίρα, μισοξεφούσκωτη μπάλα.

    Και πώς το 'φεραν, πώς το κανόνισαν έτσι οι άνεμοι και τα ύδατα, φτάσαμε να μιλάμε για τα σπιτάκια του Συνοικισμού που παλεύουν να σταθούν και να οριοθετήσουν το δρόμο από τότε που τα θεμέλιωσαν οι πρόσφυγες της Μικρασίας. Μικρά τα περισσότερα, ταπεινά, με ασβεστωμένους αυλόγυρους και τετράριχτες κεραμοσκεπές. Πέρασε κι η κυρά Μαντούλα κι αφού μας χαιρέτησε έδωσε την αναφορά πως πάει να δει τη φίλη της που ήταν άρρωστη.

    Χασκογελούσαμε με την μικρή μου κόρη που έτρεχε πίσω απ' της μεγάλες τραβολογώντας την "κούκα" της όταν πρόσεξα πως πήγαιναν να μπουν στο σπιτάκι που 'χε πρόσοψη στον αμαξωτό. Σηκώθηκα κι έτρεξα προς το μέρος τους. Χρόνια εγκαταλελειμένο, γεμάτος αγριόχορτα ο κήπος, ένα μικρό κοτέτσι στα δεξιά της εξώπορτας, ένα τσιμεντένιο δρομάκι. Λύσαμε έναν σπάγκο που κρατούσε κλειστή την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Δυο κάμαρες μικρές, όλο κι όλο το σπίτι, κι ένα κουζινάκι ίσα για το νεροχύτη, το πετρογκάζ κι ένα τραπέζι με χαλασμένη φορμάικα. Το σανιδένιο πάτωμα στις κάμαρες έτριζε. Το μοναδικό έπιπλο μια παλιά σαρακοφαγωμένη καρέκλα που κρατούσε το ίσο σε κάτι ξέθωρες, λουλουδάτες κουρτίνες που κρέμονταν στα παράθυρα. Θυμήθηκα πόσο πολύ τρόμαζα όταν περνούσα από κει. Μα πώς τη λέγανε κείνη τη γριά που καθόταν απέξω κι αγριοκοιτούσε τριγύρω;

    Θα 'μουν δε θα 'μουν τεσσάρων χρόνων όταν νοικιάσαμε το παραδιπλανό σπίτι. Ημιυπόγειο, γεμάτο υγρασία. Φρακάρανε οι πόρτες και δεν άνοιγαν με τίποτα κι έπεφτε η μάνα μου με όλη της τη φόρα πάνω τους, απελπισμένη πια κι όλο έκανε προσευχές πότε να τελειώσει το καινούριο σπίτι να ησυχάσει απ' τα χαμόσπιτα. Δυο πράγματα μου 'χε πει να προσέχω, τα αυτοκίνητα στο δρόμο και την διπλανή γριά, μεγάλο στραβόξυλο, σου λέει, δε χαρίζει κάστανα. Έβγαινα στην μπροστινή αυλή κι έπαιζα ανέμελη κι αδιάφορη δήθεν αλλά η ματιά όλο και ξεστράτιζε προς το γωνιάκό σπίτι. Και τι θα μου έκανε δηλαδή; Καθόταν εκεί ακίνητη σχεδόν, με τα χέρια μαζεμένα στην ποδιά της και αγνάντευε το πέλαγος. Κι άμα περνούσε κανένας και κοιτούσε προς τη μεριά της έσμυγε τα φρύδια, αγρίευε τη ματιά και έπιανε με το δεξί της χέρι μια μαγκούρα που είχε ακουμπησμένη δίπλα της. Αχ, αυτές οι μαγκούρες, πόσα παιδικά όνειρα έχουν στοιχειώσει...

    Μια ωραία μέρα πήρα τη μπάλα μου και βγήκα στο δρόμο να την ταλαιπωρήσω, καθότι μ' έτρωγε κι η πλάτη μου λίγο. Κάτι χοροπηδώντας από δω, κάτι κλωτσώντας από κει βρέθηκα να παίζω μπροστά στην πόρτα της. Το πώς βρέθηκε η μπάλα μου μέσα στον κήπο, για να πω την αλήθεια, δεν το καλοκατάλαβα. Έφυγε η καρδιά από τη θέση της. Την ήθελα τη μπάλα μου. Μάλιστα την ήθελα. Αλλά η γριά ήδη με κοιτούσε θυμωμένα, σφήγκοντας τη μαγκούρα. Έκανα να απλώσω το χέρι προς το πορτάκι και σούφρωσε τα χείλη της μισοκλείνοντας το ένα μάτι. Αλλά εγώ την ήθελα τη μπάλα. Έκανα ένα βήμα. "Πού πας;" άκουσα ένα γρύλισμα και πισωπάτησα. Αλλά την ήθελα τη μπάλα. Θα μπω, σκέφτηκα, γρήγορα-γρήγορα, θα την αρπάξω και η γριά δε θα προλάβει ούτε να κουνήσει. Έκλεισα τα μάτια και όρμησα. Μέγα λάθος, στον πόλεμο πάνε με τα μάτια ανοιχτά. Την επόμενη στιγμή βρέθηκα μπροστά της. Ήταν όρθια και κράδαινε τη μαγκούρα της απειλητικά. Τεράστια μου φάνηκε, τεσσάτων χρόνων παιδί, πόσο μπόι να 'χα! Δε μίλησε, ούτε μια κουβέντα. Σήκωσε το ρυτιδωμένο της χέρι και μου γράπωσε τον ώμο. Αυτό ήταν, τα έκανα πάνω μου. Να πέσει ο ουρανός να με πλακώσει καλύτερα παρά που είχα τη μαγκούρα πάνω απ' το κεφάλι. Ξέχασα και τη μπάλα και το παιχνίδι και τα αυτοκίνητα και ξεχύθηκα στο δρόμο με την καρδιά μου να χοροπηδάει στο στήθος. Τίποτα άλλο δε θυμάμαι πέρα από κει. Μόνο πως το άλλο πρωί βρήκα τη μπάλα στην αυλή.

    Ήρθε σήμερα το πλήρωμα του χρόνου και μπήκα στο σπίτι αυτό. Ύστερα από τόσα χρόνια. Επέστρεψα στη Μ. που με περίμενε καθισμένη ακόμη στα σκαλιά.

    "Μα πώς τη λέγανε τη γριά που έμενε σε κείνο το σπίτι; Σπάω το κεφάλι μου!"
    "Ποια, την κυρα-Σαμιωτίνα λες;"
    "Ναι, αυτήν. Την έτρεμα μικρή."
    "Σώπα καλέ, γιατί;"
    "Ξέρω γω, έτσι. Αυτό ήταν όλο κι όλο το σπίτι; Δυο κάμαρες και το κουζινάκι;"
    "Ναι, αυτό."

    Η κυρα Σαμιωτίνα, το λοιπόν, μέσα σε δυο κάμαρες είχε μεγαλώσει έξι παιδιά. Με χίλιες στερήσεις. Ο ένας πάνω στον άλλο. Κι όλα είχαν φύγει. Άλλα Γερμανία, άλλα Αμερική. Εκείνη αρνιόταν πεισματικά να εγκαταλείψει το προσφυγικό σπιτάκι, μια φορά ξεριζωμός ήταν αρκετός. Καθόταν στο πλατύσκαλο ολοήμερα και ποιος ξέρει τι σκεφτόταν αγναντεύοντας.

    Ημέρες οικονομικής κρίσης, τι συνειρμούς κάνει το μυαλό που να πάρει! Ξόρκισα έναν φόβο και μ' έπιασε άλλος. Οι άνθρωποι μπορούσαν κάποτε να ζήσουν και με τα λίγα. Την κανόνιζαν τη ζωή κι έλεγαν κι ευχαριστώ. Εμείς όμως είμαστε καλομαθημένοι κι έχουμε χάσει το μπούσουλα. Εδώ ο μπούσουλας, εκεί ο μπούσουλας, πουθενά ο μπούσουλας...
Share This To :

1 σχόλια:

  1. Όπως το είπες ! Στερήθηκαν και μάτωσαν οι γονείς μας για να μεγαλώσουμε εμείς και τα παιδιά μας σε μία κοινωνία αφθονίας.
    Μόνο που ήταν τραπουλόχαρτο και κατέρρευσε. Το ξέραμε, αλλά μας βόλευε όσο κράταγε.
    Καλό το διήγημα σου, ανθρώπινο, με μία πονεμένη νοσταλγία θα έλεγα.

    ReplyDelete

 
Back to top!