Searching...
15 June 2010

Ημέρα φωτογραφίας

Σωτήριον έτος 1978, φθινόπωρο. Ο παππούς όρθιος να κοιτάει καμαρωτός το φακό κι η εγγονή, όλο χαρά πάνω στο γάιδαρο, άντε, πότε να τελειώσει η φωτογράφηση να πάμε καβάλα ίσαμε το λιμάνι. Θα 'τανε θαρρώ φθινόπωρο. Θυμάμαι απέναντι τη μάνα μου να κρατάει την φωτογραφική μηχανή χαμογελώντας και δίπλα της, σ' ένα καρότσι τον μικρό μου αδελφό. Μόλις είχε σαραντίσει κι ήτανε μες τις μύξες και τα κλάματα. Έλειπε ο πατέρας, ακόμη δεν είχε δει τον κανακάρη του το νεογέννητο. Ξυπνήσαμε Κυριακή πρωί, καλή μέρα -μια βδομάδα έβρεχε- ντυθήκαμε, χτενιστήκαμε και ξεκινήσαμε.
Ημέρα φωτογραφίας, ο ήλιος όλο χαμόγελα, η θάλασσα λάδι, ένα τσουχτερό βοριαδάκι έπνεε ίσα να σύει τις φυλλωσιές και ν' ανακατεύει τα μαλλιά. Πήρε η μάνα απ' τα προχτές τη μηχανή στο φωτογράφο να βάλει φιλμ, κατέφτασε κι ο μπαρμπα-Μήτσος προς αρωγή, στηθήκαμε καμαρωτοί απέναντι απ' το εκκλησάκι του Άι-Νικόλα -μεγάλη η χάρη του- και βαλθήκαμε να στέλνουμε χαζά χαμόγελα στο φακό.
Ημέρα φωτογραφίας, το μωρό είχε πάρει σαράντηση και μπορούσε να βγει έξω -α, όλα κι όλα, τα προσέχαμε αυτά στην οικογένειά μας-, μαλλιά δεν είχε πολλά αλλά κάρφωνε απορρημένο τα ματάκια του κατά κει που άκουγε θορύβους, γουρλώνοντάς τα αφύσικα και κουνούσε χεροπόδαρα καλοζεσταμένο στο άσπρο, μάλλινο φορμάκι του. Η μικρή είχε ψηλώσει δέκα πόντους κι είχε πάρει καινούρια ματογυάλια, ζωηρό παιδί, να το φωτίσει ο Θεός το ευλογημένο, δεν ήθελε ν' αλλάξει, να σουλουπωθεί λιγάκι! Κοτσάρισε ένα απλό πουλόβερ, μια φούστα, τα ορθοπεδικά παπούτσια και κάλτσες μακριές. Ο παππούς είχε κόψει το μουστάκι και φορούσε γραβάτα και καινούρια τραγιάσκα. Η μάνα έλουσε αποβραδίς τα μαλλιά της, τα τύλιξε στα μπικουτί, τα μοστράρισε όμορφα, έβαψε τα χείλη της μ' ένα κοραλί κραγιόν, έβαλε το καινούριο της παλτό, το μπλε, εκείνο που της έφερε ο καπτα-Γιώργης απ' την Αγγλία στο τελευταίο ταξίδι, έτοιμη για τη μεγάλη στιγμή.
Ο καπετάνιος τις περίμενε πώς και πώς τις φωτογραφίες. Έλειπε όταν γέννησε η γυναίκα του. Πάλευε εκείνη μόνη, με την κοιλιά στο στόμα, να τα φέρει βόλτα. Η μάνα της μισερή, με το πόδι στο γύψο, άσχημο χτύπημα, σπάσιμο και βγάλσιμο στον αστράγαλο. Μπήκε στο μήνα της, άφησε το μεγάλο παιδί στην αδελφή της, χαρά εκείνο, Αύγουστο μήνα με τις ξαδέλφες ολοήμερα τι άλλη χαρά να δώσει ο Θεός σ' ένα παιδί 6 χρόνων. Σπίτι συγγενικό αγαπημένο, μια αμμουδιά με βότσαλα και κρυσταλλένια νερά, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς με τα χωράφια και τα ζώα δέκα λεπτά ποδαρόδρομος, μια φέτα καρπούζι και τα ζουμιά να τρέχουν απ΄ το πηγούνι, μια σκάφη με νερό γεμάτη να πλατσουρίζουνε τις κούκλες τάχαμου πως είναι δύτριες και ψάχνουν ναυαγισμένα καράβια με θησαυρούς. Μπήκε αγχωμένη στο καράβι να πάει στη θεια της την Κατίνα, αδελφή του πατέρα της, να της παρασταθεί στη γέννα.
Τρισήμισι κιλά γεννήθηκε ο μπέμπης, με κεφάλι γλόμπο και μαγουλάκια για τσίμπημα. Εντύπωση μου 'κανε σαν τον πρωτόειδα πόσο κόκκινος ήτανε. Δεν έκλαιγε πολύ, όταν δυσφορούσε σάμπως να κρατούσε την αναπνοή του και να κοκκίνιζε. Κουνούσε αδέξια χεράκια και ποδαράκια κι εγώ γελούσα γιατί μου φαινότανε αστείος. Και τόσο μα τόσο όμορφος. Ασχημούτσικος έλεγε η μάνα πως είναι και της θύμωνα, τι κι αν δεν είχε μαλλιά, ήταν το πρόσωπό του ολοστρόγγυλο σα φεγγάρι. Αλληθώριζε λιγάκι κι ανασήκωνε τα φρύδια σα να έκανε κόπο υπέρμετρο να διακρίνει το φως. Λίγες μέρες μετά κατέφτασε κι η γιαγιά προς βοήθεια. Είχε βγάλει το γύψο κι ήταν το πόδι της πρησμένο ακόμη μα δεν της πήγαινε η καρδιά να αφήσει άλλο πια μόνη την κόρη της.
-Εύα, τα μάτια του παιδιού είναι πολύ κόκκινα.
-Τον είδε χτες ο γιατρός. Είπε πως είναι απ' τη γέννα και θα περάσει.
-Εγώ λέω να το πάρεις το παιδί να το πας στην Αθήνα. Δε μ' αρέσει τόση κοκκινίλα.
-Καλά, θα περιμένω λίγες μέρες κι αν δεν γίνουν καλά θα τον πάω.
Τα μάτια του παιδιού ξεκοκκίνησαν κι η μάνα χάρηκε πως όλα ήταν καλά.
Ημέρα φωτογραφίας. Στήθηκα εγώ στην αρχή καβάλα στο γάιδαρο, αμήχανη κάπως, δίπλα ο παππούς χαμογελώντας με το χέρι απλωμένο στο λαιμό της εγγόνας του της συνονόματης, τσακ το κουμπί, έτοιμη η πρώτη πόζα. Χαμογέλασα κι εγώ μερικές φορές ακόμη κι έπειτα πήρε ο παππούς τη μηχανή.
-Ποιο κουμπί να πατήσω;
-Να, τούτο εδώ, έτοιμη είναι μόνο κεντράρισέ τη καλά, μη μου κόψεις το κεφάλι!
Έβγαλε η μάνα το μωρό απ' το καρότσι, μισοκοιμόταν, το σήκωσε απαλά, τράβηξε λίγο προς τα πίσω το σκούφο που του έκρυβε το πρόσωπο και το γύρισε προς το φακό. Τεντώθηκε κείνο, σα να τρόμαξε, κάρφωσε δυο απορρημένα ματάκια στο κενό και βγήκε την πρώτη του φωτογραφία.
Ύστερα από λίγες μέρες η μητέρα έβαλε μερικές φωτογραφίες μαζί με πέντε σελίδες πυκνογραμμένες. "Πολυαγαπημένε μου... είμαστε όλοι καλά... η γιαγιά έβγαλε το γύψο και το πόδι της πάει καλύτερα... η μικρή πάει καλά στο σχολείο, μόνο έχει νεύρα πολλά... ο μικρός είναι ήσυχος αλλά αρρωσταίνει εύκολα... δεν τρώει πολύ, με σκάει... η σόμπα κάπνιζε κι έφερα μάστορα να την καθαρίσει... η σπιτονοικοκυρά θέλει ν' αυξήσουμε το νοίκι... έφερα μηχανικό να δει το παλιό το σπίτι, να το γκρεμίσουμε, λέει, συμφέρει καλύτερα... Να, το αφήνω για το τέλος, ανησυχώ πολύ, κάτι δεν πάει καλά νομίζω με το μωρό... οι αντιδράσεις του είναι παράξενες... Καλή αντάμωση."
Πήρε ο πατέρας το γράμμα, χαμογέλασε με τις φωτογραφίες και τα νέα, σκυθρώπιασε με την τελευταία φράση. Τι συμβαίνει με το μωρό, τι εννοεί η γυναίκα πως οι αντιδράσεις του είναι παράξενες; Αχ, ανάθεμα τη θάλασσα, τέτοιες στιγμές έπρεπε να 'ναι κοντά της, να της συμπαραστέκεται!
Ημέρα φωτογραφίας. Λίγο καιρό μετά γνώριζαν πως το παιδί δε βλέπει σχεδόν καθόλου.
Share This To :

0 σχόλια:

Post a Comment

 
Back to top!